Παραμυθάκι
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό παιδάκι.
Αυτό το παιδάκι πήγε μια μέρα μια εκδρομή με το αυτοκίνητο, με όλη την οικογένειά του.
Ήταν καλή μέρα, και πολλοί άλλοι άνθρωποι είχαν ξεκινήσει για εκδρομή. Ο μπαμπάς του ήταν εκνευρισμένος, κόρναρε και έβριζε τους άλλους.
Στο φανάρι για αριστερά είχε μια μεγάλη ουρά αυτοκινήτων. Ο μπαμπάς τους προσπέρασε όλους από δεξιά και πήγε και έκατσε πρώτος πρώτος στη διασταύρωση, μπροστά απ’ το φανάρι. Όλα τα άλλα αυτοκίνητα άρχισαν να κορνάρουν.
- Μπαμπά, γιατί μας κορνάρουν τα αυτοκίνητα;
- Γιατί είναι μαλάκες, παιδί μου. Σιγά μην κάτσω να περιμένω στην ουρά σαν τα άλλα κορόιδα.
Έφτασαν στην παραλία, και ο μπαμπάς πήγε με το τζιπ και πάρκαρε δίπλα στη θάλασσα. Οι άλλοι άνθρωποι που ήταν στην παραλία φώναζαν και έβριζαν.
- Μπαμπά, γιατί μας φωνάζουν οι άνθρωποι;
- Γιατί είναι μαλάκες παιδί μου. Σιγά μην παρκάρω στο πάρκινγκ, να περπατάω μια ώρα μέχρι να φτάσω στη θάλασσα. Τι το πήρα το 4x4;
Το παιδί έπαιξε και χάρηκε τη θάλασσα. Μετά όλοι μαζί πήγαν στο δασάκι να κάνουν πικνικ. Ο μπαμπάς του του είχε πάρει από πιο πριν ένα παγωτό κυπελλάκι.
- Μπαμπά, που να πετάξω το κυπελλάκι;
- Ωχου μωρέ τώρα, πέτα το κάτω, καημένε, μήπως θα σε δει και κανένας;
Το παιδάκι έπαιξε με την ψυχή του στο δάσος, ανέπνευσε καθαρό αέρα, έτρεξε, και το καταχάρηκε. Αυτή η εκδρομή του άρεσε πολύ, και έμεινε χαραγμένη βαθιά στη μνήμη του.
Το παιδάκι μεγάλωσε, και επειδή ήθελε πάντα ένα σπιτάκι στο δάσος, έκαψε την Πάρνηθα.4 years ago