Τα καλά της εξοχής (άντε… μερίντιεμ)
Πέφτεις για ύπνο. Απόλυτη ησυχία, δεν ακούγονται κόρνες, δεν μαρσάρουν αυτοκίνητα και μηχανάκια, δεν παίζουν κλαμπ, ταβέρνες και ρεμπετάδικα, δεν υπάρχει τίποτα που να σου χαλάει τον ύπνο.
Ή έτσι νόμιζες.
Ξαφνικά, εκεί που τον έχεις ψιλοπάρει, ακούγεται ένας φριχτός συριστικός ήχος. Πετάγεσαι απότομα, σίγουρος ότι κάτω απ’ το κρεβάτι σου έχει φωλιάσει ένας κροταλίας, που πείνασε και είπε να βγει για ένα νυχτερινό σνακ. Περνούν κάποια δευτερόλεπτα μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι είναι το σύστημα ποτίσματος του γείτονα, που έχει το φυτώριο.
Λες, δε βαριέσαι, όπου να ‘ναι θα σταματήσει. Το “όπου να’ ναι” κρατάει κανένα δεκάλεπτο. Στο εφτάλεπτο πάνω, το νερό έχει βρέξει την κοπριά που έχει βάλει ο γείτονας στα μαρούλια του, και το υπνοδωμάτιό σου μυρίζει σαν στάνη.
Κουκουλώνεσαι, να μειώσεις λίγο τη μπόχα, λέμε τώρα, και όντως σιγά σιγά νιώθεις να σε παίρνει ο ύπνος.
Και ξαφνικά, μέσα στη νύχτα, ο κόκκορας απ’ το διπλανό κοτέτσι αρχίζει τα κικιρίκου σαν δαιμονισμένος. Όχι, αγαπητέ αναγνώστη, δεν έχει ξημερώσει, η ώρα είναι 2 και τέταρτο, και ο μαλάκας ο κόκκορας έχει ξεκουρδιστεί.
Όχι, δεν θα εκνευριστώ. Δεν θα πω για τον γκιώνη στο διπλανό δέντρο, το τριζόνι στο μπαλκόνι, το σκύλο του γείτονα…
Την επόμενη μέρα, έχοντας φτιάξει δέρμα ροδαλό σαν …πρεζάκι, ακούς τον παλιό σου γείτονα που ήρθε για επίσκεψη να σου λέει: “Αααα! Ρε συ, φοβερά είστε εδώ!”
Ρε ουστ από εδώ, που σας προβληματίζει η αστυφιλία.
4 years ago