May 6, 2008

Κβο βάντις, Καραμήτρο;

Πανεπιστήμιο.

Περπατάμε με τον φίλο μου, συζητώντας. Ή συζητάμε περπατώντας. Για εκείνη. Μία από εκείνες, δεν θυμάμαι πια, ποια. Εκείνος είναι στενοχωρημένος. Εγώ κάνω υποθέσεις, αναλύω φράσεις, λέξεις, προσπαθώντας να βρω κάτι, για να εξηγήσω τα ανεξήγητα, να βάλω το λιθαράκι μου, να πω τη μαλακία μου.

Φτάνουμε κουβεντιάζοντας στα γήπεδα του τένις. Δεν το είχαμε σκοπό. Μας έφερε η κουβέντα, η κακιά η ώρα, κάποια μυστική δύναμη, κάποιος χαοτικός ελκυστής (χα!).

Καθόμαστε τελικά στην κερκίδα. Η συζήτηση συνεχίζεται, πότε με ένταση, πότε με σιωπές, πότε με αρλούμπες. Με την άκρη του ματιού μου βλέπω δύο τυπάκια να σκάνε μύτη με ρακέτες απ’ το γυμναστήριο, πανεπιστημιακές και πολυχρησιμοποιημένες. Ο κολλητός, που είναι μάστορας της ρακέτας (από πινγκ πονγκ μέχρι …μπάσκετ) σηκώνει το βλέμμα, καταχωρίζει στη μνήμη του το σκηνικό, αδιάφορα. Άλλα είναι αυτά που τον απασχολούν. Πιο σοβαρά. Ή έτσι νομίζαμε τότε. Ή έτσι ήταν, τότε.

Οι τύποι ξεκινούν να παίζουν, μπροστά μας, ερασιτεχνικά, αλλά με πουλ-μουρ μεγατόνων. Δεν ξέρω, ιν ρέτροσπεκτ ίσως φταίει το ότι είχαν θεατές…

Συνεχίζουμε τη συζήτηση, παρακολουθώντας στο background του μυαλού μας το ματσάκι που εξελίσσεται μπροστά μας, χωρίς ιδιαίτερη προσοχή, σηκώνοντας τα φρύδια στο περιστασιακό καραγκιοζιλίκι, χωρίς διάθεση ειρωνείας, πιο πολύ με μια βαριεστημένη απορία. Η κουβέντα συνεχίζει να κάνει κύκλους, να ακυρώνει συμπεράσματα, να αναιρεί τις ακυρώσεις, να μη βγάζει πουθενά. Η στενοχώρια παίζει τις μουσικές καρέκλες με την ελπίδα, την απορία και την οργή. Και κερδίζει. Γενικώς το διασκεδάζουμε.

Κάποια στιγμή έπειτα από ώρα, το ματσάκι διακόπτεται. Ο απέναντι παίχτης έρχεται προς τη μεριά του συμπαίχτη του, σχολιάζουν τα γνωστά, το φιλέ, τις μπάλες, τις ρακέτες, τον αέρα, τα πάντα εκτός απ’ το μαύρο τους το χάλι. Σαν να δόθηκε ένα αόρατο σύνθημα, σηκωνόμαστε να φύγουμε. Η κουβέντα έχει λήξει. Κανένα συμπέρασμα, κανένα σχέδιο, καμία κάθαρση.

Περνάμε μπροστά τους. Αναγκαστικά. Ο φίλος μου λέει στον ένα:

- Φίλε, μου δίνεις λίγο να κάνω ένα σερβίς;

- Εεεε… θα ξαναπαίξουμε σε λίγο…

- Μόνο ένα σερβίς θα κάνω και θα στη δώσω πίσω.

- Εντάξει…

Βλέπω τον άλλο να παίρνει την άλλη ρακέτα και να κατευθύνεται προς το άλλο μισό του γηπέδου. Του απευθύνω το λόγο.

- Για που το ‘βαλες, φιλαράκο;

- Ε;

- Που πας;

- Να το “γυρίσω”.

Παύση. Μετριόμαστε με το βλέμμα.

- Δεν θα στο συνιστούσα.

- Γιατί;

- Ο φίλος μου είναι καλός.

- Όπα, ρε μάγκα! Φοβηθήκαμε τώρα.

Τον παρατηρώ. Δύο αριστερά χέρια σε δεξιόχειρα. Στο κεφάλι έχει φορέσει κορδέλα, για να μην του χαλάνε τα μαλλιά το επαγγελματικό του παιχνίδι, και για να μη χαλάσει η κόμμωση. Τον συμπαθώ αμέσως. Σκάω χαμογελάκι συμφιλίωσης.

- Εντάξει ρε φίλε, πάσο.

Ο επίδοξος Μάκενροου πηγαίνει στην άλλη πλευρά του γηπέδου, στήνεται στη γραμμή και ξεκινάει να ρίχνει ντράιβ και ρεβέρ στον αέρα, μετατοπίζοντας το βάρος του συνεχώς απ’ το ένα πόδι στο άλλο. Όλα αυτά με στυλ Αργύρη Καμπούρη. Είπαμε, δεν γίνεται να μην τον συμπαθήσεις.

Ξαφνικά ακούγεται ένα μπαμ!, και η μπάλα σκάει μπροστά του, αναπηδάει και του καρφώνεται στο στομάχι.

Η ρακέτα πέφτει. Τα γόνατα λυγίζουν. Αν ήμασταν σε καρτούν, κάποιος θα φώναζε “τίμ-μπεεεερ”. Ο τύπος σωριάζεται κάτω, σε αργή κίνηση.

Ο κολλητός μου επιστρέφει τη ρακέτα στον άναυδο φίλο του… Καραμήτρου, και με πλησιάζει για να φύγουμε. Η κάθαρση έχει επέλθει. Σαν να διακρίνω την υποψία ενός χαμόγελου.

Comments (View)
blog comments powered by Disqus